Η δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα

Έρανος Μετάφρασης

Προκειμένου οι μαθητές σε όλο τον κόσμο να μπορούν να μάθουν δωρεάν την ιστορία, πρέπει να παρέχουμε περιεχόμενο σε πολλές διαφορετικές γλώσσες. Δωρίστε σήμερα και βοηθήστε μας να μεταφράσουμε έτσι ώστε να μπορέσουμε να έχουμε πραγματικά παγκόσμιο αντίκτυπο. Σας ευχαριστώ!
$900 / $3000

Άρθρο

Donald L. Wasson
από , μεταφρασμένο από Michail Kozamanis
δημοσιεύτηκε στις 15 May 2015

Αρχικό κείμενο στην αγγλική γλώσσα: The Assassination of Julius Caesar

Veni, vidi, vici! Αυτό ήταν το σύντομο μήνυμα του Ρωμαίου στρατηγού Ιουλίου Καίσαρα που εστάλη στη Γερουσία στη Ρώμη μετά από την εύκολη νίκη του στην ανατολή εναντίον του βασιλιά του Πόντου Φαρνάκη, ένα μήνυμα που έδειχνε υπεροψία αλλά και στρατιωτική δεξιότητα. Η φράση “ἦλθον, εἶδον, ἐνίκησα!” επίσης χαρακτήριζε το μέλλον του ως ηγέτη της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Αν και αρχικά ο κόσμος εκτιμούσε τις στρατιωτικές και ηγετικές του ικανότητες, σταδιακά έφερε το φόβο στις καρδιές πολλών μέσα και έξω από τη Γερουσία. Έτσι κατεστρώθη σχέδιο, και οι φίλοι σύντομα έγιναν εχθροί και ο δικτάτορας βρήκε τραγικό τέλος στα χέρια των συνωμοτών.

The Death of Julius Caesar
Ο θάνατος του Ιουλίου Καίσαρα
Vincenzo Cammuccini (Public Domain)

Στρατιωτικές επιτυχίες και Μεταρρυθμίσεις

Ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ είχε επιστρέψει στη Ρώμη με θρίαμβο, δοξαζόμενος ως ήρωας. Σαν Ρωμαίος στρατηγός, υποστήριζε ότι είχε σκοτώσει περί τα δύο εκατομμύρια στρατιώτες σε πενήντα αποφασιστικές μάχες. Αν και αγαπητός στον λαό της Ρώμης, προκαλούσε φόβο και ανησυχίες στα μέλη της Συγκλήτου, ιδιαίτερα στην αριστοκρατική ελίτ, τους Optimates. Ο άνδρας που επρόκειτο σύντομα να πάρει τον τίτλο του δικτάτορα εφ' όρου ζωής (dictator perpetuo) αξιοποίησε τις ικανότητές του ως αρχηγός του στρατού για να ηγηθεί και της Δημοκρατίας. Αντιλαμβάνοντας την ανάγκη για αλλαγή και δείχνοντας ότι όντως αγαπούσε τον Ρωμαϊκό λαό προέβει σε μια σειρά σημαντικών και απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, οι οποίες τον έκαναν ακόμη πιο αρεστό στους πολίτες. Πάντα πιστός στον στρατό του, από τις πρώτες έγνοιες του ήταν να παραχωρήσει γη στους βετεράνους πολέμου. Έπειτα, προμήθευσε σιτηρά στους φτωχούς της πόλης και κανόνισε να μετακομίσουν στα εδάφη των νέων κατακτήσεων στην Ανατολία, την Ελλάδα και τη Βόρειο Αφρική. Περιόρισε τις θητείες των αρχόντων στην επαρχία, ενώ αύξησε το μέγεθος της Συγκλήτου. Εισήγαγε καινούργιο ημερολόγιο, που χρησιμοποιείται μέχρι τις μέρες μας, και παρείχε θεάματα με μονομάχους και συμπόσια για διασκέδαση. Όμως διαφθορά και βία μάστιζαν την πόλη της Ρώμης μέχρι πρότινος, όπως και υψηλά ποσοστά ανεργίας. Ο Καίσαρας όχι μόνο προσέφερε θέσεις εργασίας σε δημόσια έργα αλλά καθάρισε και τις επικίνδυνες γειτονιές της πόλης. Ίδρυσε ακόμη και δημόσια βιβλιοθήκη.

Αν και αυτές οι μεταρρυθμίσεις αύξησαν τη δημοτικότητά του με το λαό, προκάλεσαν πανικό σε πολλούς από τους αντιπάλους του ακόμα και σε φίλους του. Στα μάτια τους η δημοκρατία είχε δώσει την τελευταία της πνοή, ιδιαίτερα αφού ο Καίσαρας ανακηρύχθηκε δικτάτωρ εφ' όρου ζωής τον Φεβρουάριο του 44 πΧ - μια αντισυνταγματική ενέργεια. Πίστευαν ότι πλέον δεν είχαν δύναμη καθώς η Ρώμη γρήγορα περνούσε στον έλεγχο ενός τυράννου. Πολλοί στη Γερουσία έβρισκαν την υπεροψία και τη ματαιοδοξία του Καίσαρα προσβλητική (για παράδειγμα, ένιωθε αμήχανα για την αλωπεκία του). Αυτή η έπαρση ήταν ξεκάθαρη ειδικά όταν επέστρεψε νικηφόρος από την Ισπανία εναντίον του συμπατριώτη Ρωμαίου στρατηγού Πομπήιου Γναίου. Ντυμένος με εκθαμβωτική αμφίεση και δάφνες στην κεφαλή - επιλογή που πολλοί θεώρησαν υπερβολική - ο Ιούλιος Καίσαρ εισήλθε αναβάτης στην Ρώμη. Οι πολεμοι στην Ανατολή ήταν εναντίον ξένων και βαρβάρων, αλλά η νίκη του στην Ισπανία έφερε το θάνατο σε Ρωμαίους ομοεθνείς. Ένας δήμαρχος (tribune) μάλιστα, ο Πόντους Ακύλας (Pontus Aquila), αρνήθηκε να σηκωθεί να χαιρετήσει τον Καίσαρα, προσβάλλοντας τον ήρωα κατακτητή.

Οι τιμές του Καίσαρα και η αλαζονεία του

Παρά τις αντιδράσεις ορισμένων, του απονεμήθηκαν πλήθος τιμών: του δόθηκαν οι τίτλοι λυτρωτή και αυτοκράτορα (imperator), τα γενέθλιά του καθιερώθηκαν εθνική εορτή, ο μήνας γέννησής του, ο Quinctilus, μετονομάστηκε προς τιμήν του σε Julius (Ιούλιο), και τέλος ονομάστηκε πατέρας του έθνους και ανέλαβε το αξίωμα του υπάτου (consul) για δέκα χρόνια. Σε κάθε πομπή μαζί με τα αγάλματα των Ρωμαίων θεών μεταφερόταν και ένα άγαλμα του ιδίου από ελεφαντόδοντο και σαφώς ο ίδιος δεν έφερνε κάποια αντίρρηση. Αυτή η αλαζονεία έγινε πιο εμφανής με τον καιρό: καθόταν ντυμένος με την πορφυρή ένδυση των παλαιών Ρωμαίων βασιλέων πάνω σε ένα χρυσό θρόνο όταν συμμετείχε στις συνεδρίες της Συγκλήτου, συχνά αρνούμενος να δείξει σεβασμό στα μέλη με το να σηκωθεί. Επιπλέον, έβαλε να χτίσουν ένα ιδιωτικό παλάτι στον Κυρηνάλιο λόφο. Ακόμη κι αυτοί που τον γνώριζαν καλά άρχισαν να θεωρούν ότι έχανε τη λογική του, κάτι που οι φίλοι του απέδιδαν στην κούραση, τις υποχρεώσεις και την επιληψία από την οποία υπέφερε.

Ο Καισαρασ γινοταν περισσοτερο μια θεια μορφη παρα ενας ηγετης, κατι που ερχοταν σε αντιθεση με τις ρωμαικες παραδοσεις.

Αν και αυτοί γύρω του υπέφεραν από την αλαζονεία του, άλλοι πίστευαν ότι αυτός ο ηρωικός κατακτητής είχε μετατραπεί περισσότερο σε θεία μορφή παρά έναν απλό ηγέτη, κάτι το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με τις Ρωμαϊκές παραδόσεις. Καλό να θυμηθούμε ότι η θρησκευτική λατρεία του αυτοκράτορα καθιερώθηκε ύστερα από αρκετά χρόνια. Μεταξύ εχθρών αλλά και φίλων ανατπυσσόταν ένα αίσθημα εχθρότητας εναντίον του Καίσαρα, με την απορία γιατί η Γερουσία να αφήσει ατιμώρητη αυτην την συμπεριφορά που πολλοί θεωρούσαν βλασφημία. Άραγε ο ίδιος νόμιζε ότι άξιζε αυτής της πρωτοφανούς δόξας? Για πολλούς έμοιαζε περισσότερο με βασιλέα παρά με ηγέτη της δημοκρατίας, κάποιον που πλέον δεν λογάριαζε το λαό της Ρώμης ή τη Γερουσία.

Αυτή η υπερεκτίμηση του εγώ ήταν ιδιαίτερα έκδηλη στην ετήσια εορτή του Φεβρουαρίου, τα Λουπερκάλια. Ο Ρωμαίος στρατηγός και πάντα πιστός Μάρκος Αντώνιος προσπάθησε να τοποθετήσει ένα διάδημα, ένα στεφάνι δάφνης, στο κεφάλι του Καίσαρα, ενώ ο “βασιλιάς”, ντυμένος στα πορφυρά, καθόταν στον χρυσό θρόνο του στην Αγορά, αλλά εκείνος το έκανε στην άκρη, αρνούμενος τη συμβολική πράξη, δηλώνοντας ότι μόνο ο Δίας ήταν ο βασιλιάς των Ρωμαίων. Δυστυχώς, δεν βρήκαν όλοι την άρνηση του αυτή ειλικρινή. Ακόμη κι αν ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του βασιλέα,πάντα αρνείτο τον τίτλο επίσημα. Ο Ρωμαίος ρήτορας και συγγραφέας Κικέρων, άτομο που είχε υποστηρίξει τον Πομπήιο και έτρεφε γνωστή έχθρα για τον Καίσαρα, είπε χαρακτηριστικά ότι αυτή ήταν η αρχή του τέλους για την Ρώμη.

Bust of Julius Caesar
Προτομή του Ιουλίου Καίσαρα
Tataryn77 (CC BY-SA)

Μια συνωμοσία γεννάται

Η ώρα είχε φθάσει να σωθεί η Δημοκρατία από τον φιλόδοξο αυτόν βασιλέα και έτσι καταστρώθηκε το σχέδιο συνωμοσίας. Καθώς, όμως, δεν ήθελαν απλά να καθαιρέσουν αλλά και να δολοφονήσουν τον Καίσαρα, αυτό ήταν ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Ποιός άραγε θα τολμούσε να επιχειρήσει να σκοτώσει τον δικτάτορα εφόρου ζωής της Ρώμης, γνωρίζοντας ότι στην περίπτωση αποτυχίας θα χαρακτηριζόταν μέγας προδότης? Βέβαια υπήρχαν οι κλασικοί εχθροί από παλιά, οι φίλοι και οπαδοί του Πομπηίου, που επεδίωκαν αξιώματα και κέρδη. Έπειτα ήταν κι αυτοί που πολλοί θεωρούσαν φίλους και συμμάχους του Καίσαρα, άτομα που ενώ δέχονταν επαίνους για την αφοσίωσή τους, δεν συμφωνούσαν με αρκετές από τις πολιτικές του, ειδικά με την διστακτικότητά του να απολέσει τους συντηρητικούς αριστοκρατικούς Optimates. Επιπλέον, διαφωνούσαν με τις προσπάθειες συμφιλίωσης με τους οπαδούς του Πομπηίου. Και τέλος ήταν κι η μερίδα των ιδεαλιστών, αυτών που παρέμεναν πιστοί στην ιδέα της Δημοκρατίας και των παλαιών παραδόσεων. Οι ατομικοί τους λόγοι διέφεραν αλλά συλλογικά έβλεπαν τον θάνατο του Καίσαρα ως αναγκαία προϋπόθεση για την επιστροφή της Ρώμης στη Δημοκρατία.

Οι πρωτεργάτες

Οι τέσσερις εμπνευστές της συνωμοσίας αποτελούσαν μια ετερόκλιτη ομάδα από εχθρούς και φίλους. Οι δύο πρώτοι ένιωθαν ότι δεν είχαν λάβει την απαιτούμενη αναγνώριση για τις υπηρεσίες τους προς τον Καίσαρα: ο Γάιος Τρεμπόνιος είχε υπηρετήσει ως πραίτορας και ύπατος και είχε παλέψει στο πλευρό του Καίσαρα στην Ισπανία. Ο Δέκιμος Ιούνιος Βρούτος Αλβίνος ήταν κυβερνήτης της Γαλατίας και υπήρξε νικητής εναντίον των Γαλατών. Οι άλλοι δύο ήταν ξεκάθαρα αντίπαλοι του Καίσαρα: ο Γάιος Κάσσιος Λογγίνος, ο οποίος είχε υπηρετήσει υπό τον Κράσσο και τον Πομπήιο ως αρχηγός του στόλου και ο οποίος κατά μερικούς ήταν αυτός που κατέστρωσε το σχέδιο (ο Καίσαρας σίγουρα δεν τον εμπιστευόταν) και τέλος, ο αλαζόνας και άπληστος Μάρκος Ιούνιος Βρούτος, ο οποίος κι αυτός είχε υπηρετήσει υπό τον Πομπήιο και ήταν ο σύγγαμβρος του Κάσσιου.

Ο Βρούτος ήταν ο γιος της μαιτρέσας του Καίσαρα, της Σερβιλίας (κάποιοι τον θεωρούν λανθασμένα γιο του) και γαμπρός του Ρωμαίου ρήτορα Κάτονα, έχοντας παντρευτεί την κόρη του την Πορκία. Ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων (ή αλλιώς Κάτων ο νεότερος), θερμός οπαδός του Πομπηίου και συχνά επικριτικός εναντίον του Καίσαρα, είχε αυτοκτονήσει το 46 πΧ ενώ βρισκόταν στη Βόρειο Αφρική. Είχε αρνηθεί να υποταχθεί στον Καίσαρα μετά την νίκη του στη Θάψο στη Βόρειο Αφρική. Μετά το θάνατο του Κάτονα, ο Κικέρων και ο Βρούτος έγραψαν επιτάφιους λόγους εις μνήμη του Ρωμαίου αυτού ρήτορα. Για τον Κικέρονα, ο Κάτων αντιπροσώπευε άριστα την Ρωμαϊκή αρετή, κάτι που εξόργισε τον Καίσαρα. Παρόλα αυτά, ο Ιούλιος εμπιστεύθηκε τον Βρούτο, βρήκε τη δύναμη να τον συγχωρέσει, και τον υποστήριξε για θέση πραίτορα, ένα σημαντικό βήμα για να γίνει κάποτε ύπατος. Υπήρξαν βεβαίως κι άλλοι συνωμότες: ο Πόπλιος Σερβίλιος Κάσκας, δήμαρχος, ο οποίος έμελε να δώσει το πρώτο χτύπημα, ο Γάιος Σερβίλιος Κάσκας (ο αδελφός του), ο οποίος φημολογείται ότι έδωσε την τελευταία μαχαιριά στα πλευρά του Καίσαρα, και τέλος ο Λούσιος Τίλλος Κίμβηρος, κυβερνήτης της Βιθυνίας, που έδωσε το σήμα για την επίθεση. Στα μάτια αυτών των ανδρών, η δύναμη έπρεπε να αφαιρεθεί από τα χέρια του Καίσαρα και να επιστραφεί στη Ρωμαϊκή Γερουσία.

Το σχέδιο

Ο Βρούτος θεωρούσε ότι υπήρχε αρκετή υποστήριξη για τη δολοφονία του Καίσαρα. Οι συνωμότες κανόνιζαν μυστικές συναντήσεις λίγοι λίγοι για να αποφύγουν να γεννήσουν υποψίες. Για καλή τους τύχη, ο Καίσαρας είχε απολύσει και τον Ισπανό σωματοφύλακά του τον Οκτώβριο του 45 πΧ, όντας σίγουρος ότι κανείς δεν θα τολμούσε να του επιτεθεί. Οι συνωμότες κατάλαβαν ότι έπρεπε να δράσουν σύντομα καθώς ο Καίσαρας έκανε σχέδια να αναχωρήσει σε τριετή εκστρατεία εναντίον των Πάρθων, αναχωρώντας στις 18 Μαρτίου. Όμως πού και πότε να χτυπούσαν? Να επιτίθονταν ενώ ίππευε στην Αππία οδό (via Appia) ή ενώ βρισκόταν σε δημόσιο χώρο? Θα μπορούσαν άραγε να επιτεθούν όταν επέστρεφε σπίτι του από την Ιερά οδό (via Sacra), ή μήπως όταν παρακολουθούσε μονομαχίες? Ύστερα από αρκετές συζητήσεις, κατέληξαν να χτυπήσουν όταν θα συνεδρίαζε η Γερουσία στο θέατρο του Πομπηίου (καθώς το κανονικό κτήριο ήταν υπό επισκευή) στις 15 Μαρτίου, δηλαδή στις Ειδούς του Μαρτίου, του έτους 44 πΧ. Είχαν επιλέξει προσεκτικά το όπλο τους, ένα δίκοπο μαχαίρι (pugio) περίπου οκτώ ίντσες σε μήκος αντί για σπαθί. Το μαχαίρι ήταν καλύτερη επιλογή για κοντινή απόσταση και μπορούσαν να εύκολα να το κρύψουν στην τήβεννο.

Η επίθεση

Αν κάποιος πιστεύει στους οιωνούς, υπήρχαν αρκετοί λόγοι να μην παρουσιαστεί ο Καίσαρας στη Σύγκλητο εκείνη τη μέρα. Αρχικά, τα άλογα του Καίσαρα που έβοσκαν στις όχθες του Ρουβίκωνα άρχισαν να κλαίνε. Επιπλέον, ένα πτηνό με ένα κλαρί δάφνης πέταξε στο θέατρο του Πομπηίου αλλά το κατασπάραξε ένα μεγαλύτερο. Η σύζυγος του Καίσαρα, η Καλπουρνία, στο όνειρο της τον είδε να ξεψυχάει αιμόφυρτο στα χέρια της. Και τέλος μια μάντισσα ονόματι Σπουρίννα τον προειδοποίησε ότι μεγάλο κακό θα τον έβρισκε όχι αργότερα από τις Ειδούς του Μαρτίου. Δυστυχώς για τον ίδιο, ο Καίσαρας δεν πολυ πίστευε στους οιωνούς. Ο ιστορικός Σουητώνιος γράφει: “Αυτά τα σημεία και μικρά προβλήματα υγείας τον έκαναν να ξανασκεφτεί αν όντως θα πήγαινε στη συνάντηση ή αν θα την ανέβαλε.” Την ημέρα της συνεδρίας ο Καίσαρας ήταν όντως άρρωστος και, όπως γράφει ο Σουητώνιος, δίσταζε να παρευρεθεί, αλλά ο Δέκιμος τον επισκέφθηκε και τον παρότρυνε να μην απογοητεύσει όσους τον περίμεναν.

Ένα μεγάλο πλήθος ακολουθούσε τον Καίσαρα καθ’ οδόν για τη Σύγκλητο. Καθώς εισερχόταν στο θέατρο ένας άνδρας ονόματι Αρτεμίδωρος προσπάθησε να τον προειδοποιήσει για τον επερχόμενο κίνδυνο δίνοντάς του ένα τυλιγμένο μήνυμα, αλλά ο Καίσαρας το αγνόησε. Ο δικτάτωρ εισήλθε και πήγε στον θρόνο του. Ο Τρεμπόνιος, ακολουθώντας το σχέδιο, καθυστέρησε τον Μάρκο Αντώνιο, που συνόδευε τον Καίσαρα, στην είσοδο. Μέσα στο θέατρο βρίσκονταν συγκεντρωμένοι διακόσιοι γερουσιαστές με δέκα δημάρχους, μερικοί σκλάβοι και γραμματείς. Ο Κίμβηρος πλησίασε τον ανυποψίαστο Καίσαρα να του δώσει μια αίτηση από τον εξόριστο αδελφό του, ενώ εκείνος ως συνήθως δεν σηκώθηκε να τον χαιρετήσει. Τότε ο Κίμβηρος έπιασε και τράβηξε την τήβεννο του Καίσαρα και εκείνος είπε: “Προς τί αυτή η βία?” και ο Κάσκας έδωσε την πρώτη μαχαιριά, ενώ ο Καίσαρας προσπάθησε να αμυνθεί με τα χέρια του. Οι υπόλοιποι συνωμότες τον περιτριγύρισαν, ο Κάσσιος τον χτύπησε στο πρόσωπο και ο Δέκιμος στα πλευρά. Ο Καίσαρας σωριάστηκε νεκρός εμπρός στο άγαλμα του εχθρού του, του Πομπηίου. Συνολικά τον μαχαίρωσαν εικοσι τρεις φορές. Ο Σουητώνιος περιγράφει την δολοφονία, “... εκείνη τη στιγμή ο ένας εκ των αδελφών Κάσκα πήγε πίσω του και τον μαχαίρωσε στο λαιμό. Ο Καίσαρ άρπαξε το χέρι του και το τρύπησε με μια γραφίδα, αλλά ενώ προσπάθησε να φύγει, μια άλλη μαχαιριά τον βρήκε στο στήθος.” Αν και στη δραματοποιημένη περιγραφή του William Shakespeare, ο Ιούλιος Καίσαρ είπε “E tu, Brute!” (Και συ, Βρούτε!), καθώς ο Βρούτος έμπηξε το μαχαίρι του στον θνήσκοντα δικτάτορα, κατά τις αναφορές είχε πει στα ελληνικά “Και συ τέκνον?”. Οι παριστάμενοι γερουσιαστές έφυγαν τρέχοντας από τη σκηνή του εγκλήματος. Για το διάστημα που ακολούθησε, η Ρώμη βρισκόταν σε κατάσταση σύγχυσης και αβεβαιότητας. Ο Σουητώνιος γράφει ότι υπήρχαν εκείνοι, που τον αντιπαθούσαν, και ήθελαν να πάρουν τη σορό του Καίσαρα και να την πετάξουν στα νερά του Τίβερη, πράξη ατίμωσης, να δημεύσουν την περιουσία του και να ανακαλέσουν τους νόμους του. Όμως, ο Μάρκος Αντώνιος κράτησε την ψυχραιμία και τη διαύγεια σκέψης και απέτρεψε τέτοια σχέδια.

Posthumous bust of Caesar
Μεταθανάτιος προτομή του Καίσαρα
Carole Raddato (CC BY-SA)

Ο απόηχος

Αν και επρόκειτο για καλά σχεδιασμένη συνωμοσία, δεν είχαν υπολογίσει τις συνέπειες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Οι συνωμότες κατευθύνθηκαν προς τον Καπιτωλίνο λόφο και το ναό του Διός. Ο Βρούτος προσπάθησε μάταια να καθησυχάσει το πλήθος μιλώντας από μια εξέδρα στους πρόποδες του λόφου. Εν τω μεταξύ, δούλοι μετέφεραν το άψυχο σώμα του Καίσαρα προς την οικία του μεταξύ των οδυρμών και κλαυθμών του πλήθους. Η επιτάφια τελετή στις 20 Μαρτίου διέφερε αρκετά από την εκδοχή του Shakespeare, αν και ο Αντώνιος εξέφερε ένα σύντομο επιτάφιο λόγο. Μια πυρά είχε ετοιμαστεί στο Πεδίον του Άρεως κοντά στον οικογενειακό τάφο, αλλά η σορός του Καίσαρα μεταφέρθηκε στην Αγορά από το πλήθος οπού και δόθηκε στις φλόγες. Οι στάχτες επιστράφηκαν στο Πεδίον του Άρεως και στον οικογενειακό τάφο και όλη η πόλη συνέχισε το θρήνο. Στο έργο του “Δώδεκα Καίσαρες” ο Σουητώνιος γράφει ότι ο Ιούλιος πιθανόν να γνώριζε περι της συνωμοσίας εναντίον του, αλλά λόγω κακής υγείας οικειοθελώς να αφέθηκε στον κίνδυνο. “Σχεδόν όλες οι αναφορές υπαινίσσουν ότι είχε αποδεχθεί να πεθάνει κατ’ αυτόν τον τρόπο… σιχαινόταν την ιδέα ενός αργού τέλους, και προτιμούσε ένα ξαφνικό.”

Ο Βρούτος πίστευε ότι το τέλος του Καίσαρα θα έφερνε πίσω το πάλαι ποτέ διαλάμψαν Ρωμαϊκό πνεύμα. Δυστυχώς, η αναστάτωση απεδείχθη μεγάλη για την πόλη και ο λαός έγινε σταδιακά πιο εχθρικός. Στις 17 Μαρτίου η Σύγκλητος αναζήτησε ένα συμβιβασμό με παρότρυνση του Μάρκου Αντώνιου: Αν και οι νόμοι του Καίσαρα θα παρέμεναν ως είχαν, θα προσφερόταν αμνηστία στους συνωμότες. Δυστυχώς, ο καιρός της ειρήνης είχε τελειώσει και οι συνωμότες έφυγαν από τη Ρώμη, και στα επόμενα έτη ο κάθε ένας βρήκε το τέλος του. Ο Σουητώνιος κλείνει το κεφάλαιο πάνω στον άδοξα φονευμένο ηγέτη γράφοντας, “Όλοι καταδικάστηκαν σε θάνατο, και τον βρήκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κάποιοι σε ναυάγια, άλλοι σε μάχη, και κάποιοι πήραν τη ζωή τους με τα ίδια μαχαίρια που σκότωσαν τον Καίσαρα.” Στην Ρώμη ο νεαρός Οκταβιανός, ο θετός υιός του Καίσαρα, μαζί με τα εφόδια για τον πόλεμο βρήκε και την υποστήριξη του στρατού. Η καταληκτική μάχη εναντίον του Μάρκου Αντωνίου (υπό την αιγίδα της Κλεοπάτρας) θα δει τον Οκταβιανό να ανέρχεται στην εξουσία και να δέχεται τον τίτλο Αύγουστος, ή ελληνιστί Σεβαστός, ο πρώτος αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

σχετικά με το μεταφραστή

Michail Kozamanis
Απόφοιτος της ιατρικής σχολής Αθηνών με πάθος για την αρχαία Ελληνική και Ρωμαϊκή ιστορία. Πιστεύει ότι η γνώση της ιστορίας είναι πολύτιμο εφόδιο για την πορεία μας ως άνθρωποι και για να προοδεύσουμε ως κοινωνία πρέπει να μάθουμε από το παρελθόν μας.

σχετικά με το συγγραφέα

Donald L. Wasson
Donald has taught Ancient, Medieval and U.S. History at Lincoln College (Normal, Illinois)and has always been and will always be a student of history, ever since learning about Alexander the Great. He is eager to pass knowledge on to his students.

Να αναφέρω αυτό το έργο

Στυλ APA

Wasson, D. L. (2015, May 15). Η δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα [The Assassination of Julius Caesar]. (M. Kozamanis, Μεταφραστής). World History Encyclopedia. Ανακτήθηκε από https://www.worldhistory.org/trans/el/2-803/

Στυλ Σικάγο

Wasson, Donald L.. "Η δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα." Μετάφραση από Michail Kozamanis. World History Encyclopedia. Τελευταία τροποποίηση May 15, 2015. https://www.worldhistory.org/trans/el/2-803/.

Στυλ MLA

Wasson, Donald L.. "Η δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα." Μετάφραση από Michail Kozamanis. World History Encyclopedia. World History Encyclopedia, 15 May 2015. Ιστός. 27 Nov 2021.