Ελάμ

Έρανος Μετάφρασης

Προκειμένου οι μαθητές σε όλο τον κόσμο να μπορούν να μάθουν δωρεάν την ιστορία, πρέπει να παρέχουμε περιεχόμενο σε πολλές διαφορετικές γλώσσες. Δωρίστε σήμερα και βοηθήστε μας να μεταφράσουμε έτσι ώστε να μπορέσουμε να έχουμε πραγματικά παγκόσμιο αντίκτυπο. Σας ευχαριστώ!
$900 / $3000

ορισμός

Joshua J. Mark
από , μεταφρασμένο από Christos Anagnostou
δημοσιεύτηκε στις 27 August 2020

Αρχικό κείμενο στην αγγλική γλώσσα: Elam

Ziggurat Consecrated to God Inshushinak at Choqa Zanbil (by Katarina Maruskinova, CC BY-NC-SA)
Ζιγκουράτ αφιερωμένο στον θεό Ινσούσινακ στο Τσονγκά-Ζαμπίλ
Katarina Maruskinova (CC BY-NC-SA)

Το Ελάμ ήταν μια περιοχή στην Εγγύς Ανατολή, που αντιστοιχεί στις σημερινές επαρχίες του Ιλάμ και του Χουζεστάν στο νότιο Ιράν (μολονότι πιστεύεται ότι περιελάμβανε μέρος και του σημερινού νοτίου Ιράκ), του οποίου ο πολιτισμός διήρκησε για χιλιάδες χρόνια, από το 3200 περίπου π.Χ. έως το 539 π.Χ. Το όνομα προέρχεται από την Ακκαδική και τη Σουμεριακή λέξη για τα «ορεινά μέρη» ή «ορεινή χώρα», ενώ οι Ελαμίτες αναφέρονταν στη χώρα τους ως Χαλτάμι (ή Χαλτάμτι), το οποίο φαίνεται να είχε την ίδια σημασία. Η Βίβλος (Γένεσις 10:22) ισχυρίζεται ότι η περιοχή πήρε το όνομα του Ελάμ, γιού του Σεμ, γιού του Νώε, αλλά αυτό δεν έχει κάποια βάση εκτός από τη βιβλική διήγηση. Η γλώσσα τους δεν αντιστοιχεί σε κάποια άλλη και δεν έχει ακόμα αποκρυπτογραφηθεί, γι’ αυτό η πρώιμη ιστορία τους προέρχεται από πηγές της Μεσοποταμίας. Αυτό, όμως, ισχύει στην Ελαμιτική γραμμική γραφή, καθώς η γλώσσα τους διατηρήθηκε σε σφηνοειδή γραφή μετά την επαφή τους με τους Σουμέριους.

Η καταγωγή των Ελαμιτών θεωρείται τόσο μυστηριώδης όσο και η γλώσσα τους, αλλά ήταν πιθανότατα οι αυτόχθονες άνθρωποι του Ιρανικού Οροπεδίου, των οποίων η παράδοση ξεκίνησε να αναπτύσσεται κατά την περίοδο Ουμπαΐντ της Μεσοποταμίας (περ. 5000-4100 π.Χ.). Ο πολιτισμός τους έχει διαιρεθεί από τους μελετητές σε διαφορετικές περιόδους:

  • Πρωτο-Ελαμιτική Περίοδος (περ. 3200 - περ.2700 π.Χ.)
  • Παλαιά Ελαμιτική Περίοδος (περ. 2700 – περ. 1600 π.Χ.)
  • Μέση Ελαμιτική Περίοδος (περ. 1500 – περ. 1100 π.Χ.)
  • Νεο–Ελαμιτική Περίοδος (περ. 1100 π.Χ. – περ. 539 π.Χ.)

Ο επίλογος του Ελαμιτικού πολιτισμού θεωρείται ότι αντιστοιχεί στα πρώιμα χρόνια της Περσικής Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών (περ. 550 π.Χ. – 330 π.Χ.), μετά την κατάληψη της περιοχή από τον πρώτο Αχαιμενίδη βασιλιά, τον Κύρο τον Β΄ (τον Μέγα, βασίλευσε περ. 550-530 π.Χ.), αλλά η Ελαμιτική παράδοση συνέχισε να ασκεί σημαντική επιρροή πάνω στους Αχαιμενίδες, όπως αποδεικνύεται από την ύστερη Ελαμιτική γραπτή γλώσσα (σε σφηνοειδή γραφή) που είχε χρησιμοποιηθεί ως μία από τις τρεις γλώσσες της Επιγραφής του Μπεχιστούν του Δαρείου του Α΄ (ο Μέγας, βασίλευσε 522-486 π.Χ.). Το πάνθεο των Ελαμιτών φαίνεται να είχε επηρεάσει επίσης την αρχαία Περσική θρησκεία, πριν από την καθιέρωση του Ζωροαστρισμού στην περιοχή.

Πολλά από τα αρχαία τεκμήρια σχετικά με το Ελάμ προέρχονται από Ακκαδικά, Σουμεριακά και Ασσυριακά κείμενα και περιοδικές αναφορές στη Βίβλο. Σύμφωνα με την επιγραφή του, ο Νεο-Ασσύριος βασιλιάς Ασσουρμπανιπάλ (βασίλευσε 668-627 π.Χ.) κατέκτησε και κατέστρεψε ολοκληρωτικά τις πόλεις του Ελάμ περίπου το 647-646 π.Χ., αλλά τα αρχαιολογικά τεκμήρια απέδειξαν ότι αυτός ο ισχυρισμός ήταν υπερβολικός, καθώς οι πόλεις του Ελάμ, και η παράδοσή τους, συνεχίστηκαν και μετέπειτα.

Οι Ελαμίτες δεν υπήρξαν ποτέ μια συνεκτική εθνική ομάδα, αλλά μάλλον μια συνομοσπονδία διάφορων ανθρώπων που ζούσαν σε μια συγκεκριμένη περιοχή κάτω από την ηγεσία διαφορετικών πόλεων.

Οι Ελαμίτες δεν υπήρξαν ποτέ μια συνεκτική εθνική ομάδα, αλλά μάλλον μια συνομοσπονδία διάφορων ανθρώπων που ζούσαν σε μια συγκεκριμένη περιοχή κάτω από την ηγεσία διαφορετικών πόλεων όπως η Αουάν (Αβάν), το Ανσάν, η Σιμάσκχι και τα Σούσα. Τεχνουργήματα, πρωταρχικά από τα Σούσα, παρέχουν μαρτυρίες για εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις μέχρι την Ινδία στα ανατολικά, και οι Ελαμίτες υπήρξαν το κανάλι για το εμπόριο μεταξύ της Μεσοποταμίας και όλων των σημείων ανατολικά. Το Ελάμ έφτασε στο απόγειο του κατά τη Μέση Ελαμιτική Περίοδο, όταν επέκτεινε την πολιτική του ισχύ, για να εγκαθιδρύσει την Ελαμιτική Αυτοκρατορία.

Ανάμεσα στους πιο διάσημους βασιλείς των Ελαμιτών ήταν ο Ουντάς-Ναπρής (Ναπιρίσα) (βασίλευσε περ. 1275-1240 π.Χ.), ο οποίος έχτισε το ζιγκουράτ και το σύμπλεγμα ναών του Ντουρ Ουντάς (Τσονγκά Ζανμπίλ), όπως επίσης και πάνω από 50 άλλα κτίσματα, και ο Σχούτρουκ-Ναχκούντε (βασίλευσε 1184-1155 π.Χ.), ο οποίος ίδρυσε τη βραχύβια Ελαμιτική Αυτοκρατορία. Το Ελάμ παρήκμασε, αφότου συμμετείχε στον συνασπισμό των Μήδων, Βαβυλωνίων και άλλων, οι οποίοι ανέτρεψαν τη Νεο-Ασσυριακή Αυτοκρατορία, ο οποίος προσέφερε στη Μηδία την υπεροχή στην περιοχή. Η εξουσία των Μήδων αντικαταστάθηκε έπειτα από τους Πέρσες υπό τον Κύρο τον Β΄ και, έπειτα, το Ελάμ παρέμεινε μέρος των αυτοκρατοριών που ακολούθησαν μέχρι την πτώση της Σασσανιδικής Αυτοκρατορίας το 651 μ.Χ. στους Άραβες Μουσουλμάνους.

Πρωτο-Ελαμιτική Περίοδος

Λίγα είναι γνωστά για την αποκαλούμενη Πρωτο-Ελαμιτική Περίοδο, διότι η ιστορία της είναι καταγεγραμμένη στην έως τώρα μη αποκρυπτογραφημένη γραμμική γραφή. Η πρωτο-Ελαμιτική γραφή είχε αναπτυχθεί κάποια στιγμή γύρω στα 3200 π.Χ. και παρέμεινε σε συνεχή χρήση μέχρι το 2700 π.Χ., όταν η επαφή με το Σουμέρ εισήγαγε την σφηνοειδή γραφή. Οι λεπτομέρειες της περιόδου, γι’ αυτόν τον λόγο, είναι αόριστες. Ο ερευνητής Φ. Βάλλατ σχολιάζει:

Η Ελαμιτική ιστορία παραμένει σε μεγάλο μέρος αποσπασματική. Καθώς υπάρχουν λίγες εγχώριες πηγές, οι προσπάθειες για ανακατασκευή πρέπει να βασίζονται κυρίως σε καταγραφές της Μεσοποταμίας. Το κατά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των γνωστών Ελαμιτικών κειμένων έχει ανασκαφεί στα Σούσα, μια πόλη που, από την ίδρυσή της περίπου το 4000 π.Χ., μεταπηδούσε ανάμεσα στην υποταγή στη δύναμη της Μεσοποταμίας και του Ελάμ.” (Encyclopedia Iranica, 2)

Στη βάση τεχνουργημάτων που βρέθηκαν στα Σούσα (κυρίως) και αλλού, οι Ελαμίτες ήταν ήδη ικανοί τεχνίτες την περίοδο εκείνη, δημιουργώντας εξαίρετα κεραμικά και άλλα προϊόντα, τα οποία δεν είχαν κάποια συσχέτιση με τα γειτονικά κράτη. Το Ελάμ εισήλθε στα ιστορικά χρονικά διαμέσου των Σουμεριακών ιστορικών κειμένων περίπου στα 2700 π.Χ., τα οποία κατέγραφαν τον πρώτο πόλεμο στην καταγεγραμμένη ιστορία. Ο Σουμέριος βασιλιάς Ενμεμπαραγκέσι της πόλης Κις νίκησε τους Ελαμίτες σε μάχη και μετέφερε πίσω πλούσια λεία πολέμου στο Σουμέρ. Ο απολογισμός της νίκης του Ενμεμπαραγκέσι είναι καταγεγραμμένος στον Κατάλογο των Βασιλέων του Σουμέρ και αυτή η σύντομη αναφορά είναι η αρχή της γνωστής Ελαμιτικής ιστορίας.

Proto-Elamite Tablets
Πρωτο-Ελαμιτικές Πλάκες
Osama Shukir Muhammed Amin (CC BY-NC-SA)

Παλαιά Ελαμιτική Περίοδος

Η Ελαμιτική κουλτούρα ήταν ήδη καλά παγιωμένη μέχρι τον καιρό της έναρξης της Παλαιάς Ελαμιτικής Περιόδου, αλλά αναπτύχθηκε πλήρως από τους δυναστικούς οίκους που βασίλευσαν από το Αουάν (Αβάν), το Ανσάν και τα Σούσα, αντίστοιχα, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους κατά την περίοδο αυτή. Παρόλο που το Αουάν (Αβάν) και το Ανσάν θεωρούνταν κάποτε δύο διαφορετικές πόλεις, οι σύγχρονοι ερευνητές πιστεύουν ότι Αουάν ήταν απλώς το παλαιότερο όνομα της βασιλικής πόλης που ονομάστηκε Ανσάν. Όπως με όλες τις πλευρές της ιστορίας του Ελάμ, οι ακόλουθες χρονολογίες για τις δυναστείες είναι προσεγγιστικές:

Δυναστεία του Αουάν (περ. 2350 – περ. 2150 π.Χ.) – ο πρώτος ιστορικά καταγεγραμμένος δυναστικός οίκος, ο οποίος ανέπτυξε τις προϋπάρχουσες εμπορικές επαφές με τις πόλεις-κράτη της Μεσοποταμίας και με άλλες στην ανατολή. Ο Σαργών του Ακκάδ (βασίλευσε 2334-2279 π.Χ.) κατέλαβε το Αουάν κατά τη βασιλεία του 8ου βασιλιά, Λουχ-Ισχασάν (βασίλευσε. περ. 2300 π.Χ.), και πήρε τα Σούσα. Οι Ακκάδιοι διατήρησαν και τις δύο βασιλικές πόλεις και επηρέασαν τη γλώσσα και την κουλτούρα, επεκτείνοντας τη χρήση της σφηνοειδούς γραφής στην περιοχή, η οποία είχε ξεκινήσει με τους Σουμέριους. Ο εγγονός του Σαργών, Ναράμ-Σιν (βασίλευσε 2261-2224 π.Χ.) σύναψε μια συνθήκη ειρήνης με το Ελάμ, αφού κατέστειλε τις επαναστάσεις στην περιοχή, και από τη Νικητήρια Στήλη του ο ερευνητές έχουν μάθει τα ονόματα πολλών από τους Ελαμιτικούς θεούς, ηγεμόνες, και άλλες πτυχές της ιστορίας του Ελάμ. Όταν η Ακκαδική αυτοκρατορία έπεσε στα χέρια των Γκουτίων, η δυναστεία του Αουάν ανέκτησε τον έλεγχο στο Αουάν και στα Σούσα, αλλά έπειτα κατέρρευσε, όταν οι Γκούτιοι εισέβαλαν στην περιοχή της.

Victory Stele of Naram-Sin
Η Νικητήρια Στήλη του Ναράμ-Σιν
Jan van der Crabben (CC BY-NC-SA)

Η δυναστεία των Σιμάσχ (περ. 2200 - 1900 π.Χ.) – κυρίως γνωστή για τη σύγκρουσή της με τη Σουμεριακή πόλη της Ουρ, κατά την 3η περίοδο της Ουρ (2047-1750 π.Χ.). Ο βασιλιάς της Ουρ, Ουρ-Ναμμού (βασίλευσε 2047-2030 π.Χ.) εκδίωξε τους Γκούτιους από το Σουμέρ και αυτοί αργότερα υποτάχθηκαν και εκδιώχθηκαν από το Ελάμ από τον γιό του, Σουλγκί της Ουρ (βασίλευσε 2029-1982 π.Χ.). ο Σουλγκί έπειτα κατέλαβε τα Σούσα και εδραίωσε μια ισχυρή Σουμεριακή παρουσία στην περιοχή, η οποία διήρκησε μέχρι τη βασιλεία του Ιμπί-Σιν (βασίλευσε περ. 2027-2004 π.Χ.), όταν ένας συνασπισμός από Ελαμίτες και Αμορίτες λεηλάτησε την Ουρ και πήρε τον Ιμπί-Σιν αιχμάλωτο. Οι Ελαμίτες με αυτόν τον τρόπο τερμάτισαν τον έλεγχο των Σουμερίων στην περιοχή, γεγονός που εν τέλει οδήγησε στην παρακμή των Σουμερίων και στην εξαφάνισή τους από τις ιστορικές μαρτυρίες.

Οι μονάρχες της δυναστείας του Σουκκαλμάχ (Επάρτη) ήταν κατασκευαστές βασιλέων (άνθρωποι με μεγάλη επιρροή) και λάμβαναν συχνά αιτήματα από μονάρχες της Μεσοποταμίας για βοήθεια στους πολέμους τους.

Η δυναστεία των Σουκκαλμάχ (περ. 1970 - περ. 1770, επίσης γνωστή και ως δυναστεία του Επάρτη) – αυτή η δυναστεία, ιδρυμένη πιθανόν από τον Επάρτη τον Α΄ (άγνωστες ημερομηνίες), θεμελίωσε τον Ελαμιτικό έλεγχο πάνω στο Ανσάν και στα Σούσα και επέκτεινε την επικράτειά της μέσα στο Σουμέρ. Ήταν τόσο ισχυροί και ικανοί να κινητοποιήσουν τόσο μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και αξιόλογους πόρους, ώστε οι βασιλείς των πόλεων-κρατών της Μεσοποταμίας, οι οποίοι συνήθως αποκαλούσαν τους άλλους βασιλείς «αδελφούς», προσφωνούσαν τους Ελαμίτες βασιλείς της δυναστείας Σουκκαλμάχ ως «πατέρα» και οι ίδιοι υπέγραφαν ως «γιος». Οι μονάρχες της δυναστείας ήταν κατασκευαστές βασιλέων και λάμβαναν συχνά αιτήματα από μονάρχες της Μεσοποταμίας για βοήθεια στους πολέμους τους. Ακόμα και ο Χαμμουραμπί της Βαβυλώνας (βασίλευσε 1792-1750 π.Χ.) ζήτησε τη βοήθειά τους στην κατάκτηση της Μεσοποταμίας και έπειτα, μόλις ανήλθε στην εξουσία, γύρισε και επιτέθηκε στο Ελάμ, προσθέτοντας την περιοχή στην αυτοκρατορία του.

Παρόλο που οι λεπτομέρειες για την Ελαμιτική κουλτούρα κατά την περίοδο αυτή είναι ασαφείς, είναι φανερό ότι το εμπόριο ήταν πολύ καθιερωμένο και προσοδοφόρο. Οι ανασκαφές στα Σούσα έχουν ανασύρει τεχνουργήματα από την Ινδία και διάφορα σημεία στην Μεσοποταμία και στον Λεβάντε. Η θρησκεία επίσης αναπτύχθηκε κατά την εποχή αυτή, με ιερούς τόπους να έχουν ιδρυθεί σε βουνά, λόφους, και ιερά άλση. Μερικές από τις πιο σημαντικές θεότητες του πανθέου ήταν:

  • Ναπιρίσα – Κύριος της Γης και των ανθρώπων
  • Ινσούσινακ - Κύριος στα Σούσα, κριτής των νεκρών, προστάτης των αδυνάμων
  • Χούμπαν – Κύριος του Ανσάν, προστάτης του βασιλιά (και της βασιλικής οικογένειας), θεός των ουρανών
  • Κιριρίσα – Σύζυγος και σύντροφος και του Ινσούσινακ και του Χούμπαν, μητέρα των θεών, μια μητρική θεότητα
  • Πινικίρ – Βασίλισσα των ουρανών, θεά του ουρανού
  • Ναχούντε – Κύριος της δικαιοσύνης, θεός του δίκαιου εμπορίου και των συμβολαίων
  • Σιμούτ – Θεός του Ελάμ και όλων των Ελαμιτών
  • Ναρούντι – Θεά της Νίκης
  • Ισμεκαράμπ – Θεά του Κάτω Κόσμου, ακροατής/προστάτιδα των όρκων
  • Λαμαγκάλ – (γνωστή επίσης ως Λαμακάρ) Θεά των νεκρών και κριτής των ψυχών

Αυτές είναι μόνο δέκα από τις πάνω από 200 θεότητες που λατρεύονταν παντού στο Ελάμ. Τα συμπλέγματα ναών δεν προσέφεραν θρησκευτικές υπηρεσίες, αλλά ήταν αφιερωμένα στη φροντίδα του αγάλματος της θεότητας. Αρκετοί θεοί της Μεσοποταμίας επίσης ενσωματώθηκαν μέσα στο πάνθεο των Ελαμιτών, συμπεριλαμβανομένων των θεών Έα, Ένκι, Νίνχουρσαγκ, Νισάμπα, Σαμάς, και θεούς που αντιστοιχούσαν στον χαοτικό και φιλοπόλεμο Νεργκάλ. Ο θάνατος και η μεταθανάτια ζωή ήταν μια πρωταρχική έγνοια, όπως αποδεικνύεται από προσευχές και επιγραφές που ζητούν ασφαλή διάβαση στην επόμενη ζωή, αλλά από τι αποτελείτο η Ελαμιτική μεταθανάτια ζωή είναι ασαφές. Δεδομένου, όμως, πόσο πολύ η κουλτούρα ήταν επηρεασμένη από τη Μεσοποταμία, είναι πολύ πιθανόν ότι η οπτική τους για τη μεταθανάτια ζωή να αντανακλούσε αυτή των Σουμερίων: ένας σκοτεινός και μουντός Κάτω Κόσμος, τον οποίο κυβερνούσε μια γυναικεία θεότητα, όπου οι ψυχές έπιναν από νερόλακκους και έτρωγαν σκόνη.

Map of Sumer
Χάρτης του Σουμέρ
P L Kessler (Copyright)

Η πολιτική δομή, που μαρτυρείται στη Μέση Ελαμιτική Περίοδο, ξεκίνησε κατά την περίοδο αυτή, στην οποία οι βασιλείς αντλούσαν νομιμοποίηση από τους θεούς και θα έκτιζαν μνημεία και συγκροτήματα ναών σε εκείνους, σε αντάλλαγμα για στρατιωτική δύναμη, μια επιτυχημένη βασιλεία και τη συνεχιζόμενη υγεία της βασιλικής οικογένειας. Για πολύ καιρό θεωρείτο ότι ο ανιψιός του βασιλιά ήταν ο διάδοχός του, λόγω επιγραφών που αφορούσαν «τον γιο της αδερφής του βασιλιά», αλλά είναι τώρα αντιληπτό ότι αυτό αφορούσε την πρακτική των βασιλέων να αφήνουν εγκύους τις αδερφές τους, ούτως ώστε να διατηρηθεί καθαρή η γραμμή αίματος. Οι γιοί, λοιπόν, διαδέχονταν τους πατέρες τους και, στην περίπτωση που δεν υπήρχε γιός, κάποιος αδερφός του βασιλιά αναλάμβανε τον θρόνο.

Μέση Ελαμιτική Περίοδος

Η Μέση Ελαμιτική Περίοδος καθορίζεται επίσης από τρεις μεγάλες δυναστείες και επιπρόσθετα από μια διαδικασία την οποία οι ερευνητές μνημονεύουν ως «ελαμιτοποίηση» της περιοχής (ιδίως της βόρειας περιοχής της Σουσιανής), η οποία αναφέρεται στην άνοδο και επέκταση της Ελαμιτικής γλώσσας, κουλτούρας, και θρησκείας από νότο προς βορρά. Το γεγονός ότι ηγεμόνες της περιόδου ένιωσαν την ανάγκη να εμπλακούν στην πολιτική αυτή τονίζει τη διαφορετική φύση των εθνοτικών ομάδων που είναι συλλογικά γνωστές ως «Ελαμίτες», και αυτή η «ελαμιτοποίηση» θεωρείται ότι ήταν η επιβολή της κουλτούρας των ηγεμονικών δυναστειών πάνω στον λαό, ειδικά εκείνον της βόρειας Σουσιανής. Όπως και με την Παλαιά Ελαμιτική Περίοδο, οι χρονολογίες για τις ακόλουθες δυναστείες είναι προσεγγίσεις:

Δυναστεία των Κυδινουιδών (περ. 1500 – περ. 1400 π.Χ.) – Ιδρυμένη από τον βασιλιά Κυδινού, αυτή η δυναστεία θεμελίωσε την πρακτική της εγκατάλειψης του παλαιότερου βασιλικού τίτλου και της υιοθέτησης του τίτλου “Βασιλιάς του Ανσάν και των Σούσων” στην αλληλογραφία και στα διατάγματά τους, επιβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον εαυτό τους ως βασιλείς του βορρά και του νότου της περιοχής από τις πόλεις που προηγουμένως φαίνεται να εναλλάσσονταν ως θέσεις εξουσίας. Οι Κυδινουίδες άρχισαν τη διαδικασία της ελαμιτοποίησης, η οποία θα συνεχιζόταν από τους επόμενους.

Δυναστεία των Ιγεχαλκιδών (περ. 1400 – περ. 1200 π.Χ.) – κυρίως γνωστή για τον μεγάλο βασιλιά Ουντάς-Ναπρίς (Ναπιρίσα), ο οποίος έχτισε το συγκρότημα ναών του Ντουρ-Ουντάς (Τσονγκά-Ζαμπίλ) και ενθάρρυνε τη θρησκευτική ανεκτικότητα και την ποικιλομορφία στη λατρεία. Το Ντουρ-Ουντάς, χτισμένο κοντά στα Σούσα, φαίνεται να είχε πρώτα υπάρξει ως όραμα ενός ναού αφιερωμένου στον πολιούχο θεό της πόλης αυτής, τον Ινσούσινακ, αλλά το πρώιμο ζιγκουράτ προς τιμήν του είχε κατεδαφιστεί και ένα πολύ πιο φιλόδοξο σχέδιο πήρε τη θέση του. Το Ντουρ-Ουντάς έγινε ένα θρησκευτικό κέντρο για οποιονδήποτε θεό λατρευόταν οπουδήποτε στο Ελάμ, με ένα μεγάλο ζιγκουράτ στο κέντρο, περικυκλωμένο από ένα περιτειχισμένο σύμπλεγμα, που περιλάμβανε ιερούς τόπους για τους θεούς που λατρεύονταν στο Αουάν/Ανσάν, στα Σούσα, στις πόλεις-κράτη της Μεσοποταμίας και σε άλλους θεούς. Το σύμπλεγμα εγκαταλείφθηκε για άγνωστους λόγους μετά τον θάνατο του Ουντάς-Ναπρίς.

Chogha Zanbil Ziggurat [East Side], Iran
Ζιγκουράτ στο Τσονγκά-Ζαμπίλ [Ανατολική Πλευρά], Ιράν
Carole Raddato (CC BY-NC-SA)

Δυναστεία των Σουτρουκιδών (περ. 1200 – περ. 1100 π.Χ.) – αναγνωρισμένη ως η σημαντικότερη από τις δυναστείες της Μέσης Περιόδου του Ελάμ, οι Σουτρουκίδες ίδρυσαν την Ελαμιτική Αυτοκρατορία, η οποία εκτεινόταν από το Ελάμ μέχρι τη νότια Μεσοποταμία. Αυτό επιτεύχθηκε από τον σπουδαιότερο βασιλιά τους, τον Σχούτρουκ Ναχούντε, ο οποίος πρώτος ενεπλάκη σε κατασκευαστικά εγχειρήματα, για να ενισχύσει την εικόνα του Ελάμ ως δυνατού και ισχυρού βασιλείου και έπειτα, με τους γιούς του, ξεκίνησε μια εκστρατεία κατακτήσεων. Λεηλάτησε τη Σουμεριακή πόλη της Σιππάρ και απέσπασε το άγαλμα του θεού Μαρδούκ, πολιούχου της Βαβυλώνας, ο οποίος «επισκεπτόταν» τη Σιππάρ, και το έφερε στα Σούσα. Νίκησε τους Κασσίτες, οι οποίοι ήλεγχαν τη Βαβυλωνία και εγκατέστησε τον μεγαλύτερό του γιό στον θρόνο της Βαβυλώνας. Ήταν κατά την ίδια αυτήν την εκστρατεία, στην οποία η Νικητήρια Στήλη του Ναράμ-Σιν μεταφέρθηκε στα Σούσα, όπως και η Στήλη του Χαμουραμπί, χαραγμένη με τον περίφημο νομικό κώδικά του. Οι Σουτρουκίδες συνέχισαν την επέκτασή τους, έως ότου οι Ασσύριοι τους σταμάτησαν στον βορρά. Η αυτοκρατορία δεν επιβίωσε πολύ περισσότερο μετά τη βασιλεία του νεότερου γιού του Σχούτρουκ-Ναχούντε, λόγω εσωτερικών συγκρούσεων ανάμεσα στα αδέρφια για κυριαρχία, δολοφονιών, και του επακόλουθου ελλείματος ηγεσίας, το οποίο οδήγησε σε παρακμή.

Νεο-Ελαμιτική Περίοδος (περ. 1100 – περ. 539 π.Χ.)

Λίγα είναι γνωστά για το πρώτο μέρος της περιόδου αυτής, εκτός από τη συνέχιση της αρπαγής της εξουσίας από διάφορα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Οι εντυπωσιακοί Ελαμίτες τεχνίτες συνέχισαν να παράγουν τα έργα τους, τα οποία, από τον καιρό της Παλαιάς Περιόδου, ήταν επηρεασμένα από Σουμεριακές τεχνικές, αλλά συχνά παρουσίαζαν πολύ μεγαλύτερη δεξιοτεχνία. Οι γραπτές μαρτυρίες για το Ελάμ αυξάνονται ξανά με την επέκταση της αποκαλούμενης Νεο-Ασσυριακής Αυτοκρατορίας, κάτω από τον βασιλιά τους Αντάντ Νιραρί Β΄ (βασίλευσε 912-891 π.Χ.), παρόλο που το ίδιο το Ελάμ σχετιζόταν λίγο με αυτό, μέχρι τις εκστρατείες του Τιγλάθ-Πιλέσερ Γ΄ (βασίλευσε 745-727 π.Χ.), ο οποίος δημιούργησε τον πρώτο επαγγελματικό, μόνιμο στρατό, ο οποίος εφοδιάστηκε και εξοπλίστηκε μέσα από το εμπόριο που διευκολύνθηκε από το Ελάμ.

Το Ελάμ ήλθε σε άμεση σύγκρουση με τους Ασσύριους κατά τη βασιλεία του Σαργών του Β΄ (722-705 π.Χ.), όταν υποστήριξαν των φύλαρχο των Χαλδαίων Μεροντάχ-Μπαλαντάν (βασίλευσε περ. 722-710/703-702 π.Χ.) στην προσπάθειά του να ελευθερώσει τη Βαβυλώνα από τον Ασσυριακό έλεγχο. Αυτή η σύγκρουση θα συνέχιζε και υπό τον γιό του Σαργών Β΄, Σενναχερίμπ (βασίλευσε 705-681 π.Χ.), τον γιό και διάδοχό του Εσαρχαδών (βασίλευσε 681-669 π.Χ.), και τον τελευταίο μεγάλο βασιλιά της Νεο-Ασσυριακής Αυτοκρατορίας, Ασουρμπανιπάλ (βασίλευσε 668-627 π.Χ.). Ο Ασουρμπανιπάλ έδωσε τέλος στους πολέμους εισβάλλοντας στην περιοχή, λεηλατώντας τα Σούσα, και καταστρέφοντας τους τύμβους των βασιλέων. Όπως μνημονεύθηκε ανωτέρω, οι επιγραφές ισχυρίζονται ότι αυτός κατέστρεψε ολοκληρωτικά το Ελάμ, αλλά αυτό δεν ισχύει. Μολαταύτα, αρχαιολογικές μαρτυρίες στηρίζουν τον ισχυρισμό του στο μεγαλύτερο μέρος του, κατά το ότι δεν έχουν βρεθεί βασιλικοί τάφοι και απουσιάζουν Ελαμιτικές μαρτυρίες γι’ αυτή την περίοδο, στοιχεία που, μαζί με άλλα τεκμήρια, υποστηρίζουν την εκτεταμένη καταστροφή, για την οποία καυχιέται ο Ασουρμπανιπάλ.

Destruction of Susa
Η Καταστροφή των Σούσων
Zereshk (GNU FDL)

Μετά τον θάνατο του Ασουρμπανιπάλ, η Νέο-Ασσυριακή Αυτοκρατορία άρχισε να παρακμάζει και το Ελάμ ενώθηκε με τον συνασπισμό των Μήδων, Βαβυλωνίων και άλλων, για να λεηλατήσουν τις Ασσυριακές πόλεις το 612 π.Χ. Οι Μήδοι, όπως και άλλοι λαοί, συμπεριλαμβανομένων των Περσών, κατοικούσαν στα Ιρανικά υψίπεδα από την 3η χιλιετία π.Χ., και έως την 1η χιλιετία π.Χ., Οι Μήδοι είχαν ενωθεί κάτω από έναν φύλαρχο γνωστό ως Νταγιάκκου (ήτοι Δηιόκη, βασίλευσε 727-675 π.Χ.). Ο εγγονός τος Δηιόκη, Κυαξάρης (βασίλευσε 625-585 π.Χ.) επεξέτεινε την επικράτεια των Μήδων και εγκαθίδρυσε την πρωτεύουσά του στο Ανσάν, φέρνοντας το Ελάμ υπό Μηδικό έλεγχο. Το νοτιότερο μέρος της περιοχής εξακολούθησε να μνημονεύεται ως Ελάμ, ενώ το βόρειο έγινε γνωστό ως Σουσιανή. Ο Πέρσης βασιλιάς Τεΐσπης (βασίλευσε περ. 640 π.Χ.) ίδρυσε το βασίλειό του ανατολικά του Ελάμ, στην Περσίδα (σημερινό Φαρς), αλλά οι Πέρσες παρέμειναν ένα σχετικά μικρό υποτελές βασίλειο, ακόμη και κάτω από τον βασιλιά τους Καμβύση τον Α΄ (βασίλευσε 580-559 π.Χ.), μέχρις ότου ο Μήδος βασιλιάς Αστυάγης (βασίλευσε 585-550 π.Χ.), ανατράπηκε από τον γιό του Καμβύση του Α΄, Κύρο τον Μέγα, ο οποίος ίδρυσε την Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία.

Επίλογος

Το Ελάμ απορροφήθηκε στη νέα αυτοκρατορία ως μια από τις επαρχίες της, αλλά έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους Πέρσες. Ο τρίτος βασιλιάς των Αχαιμενιδών, Δαρείος ο Α΄, ανοικοδόμησε εξ ολοκλήρου τα Σούσα και τα έκανε μια από τις πρωτεύουσές του και διοικητικά διαμερίσματα. Σύμφωνα με τον ερευνητή Φ. Βάλατ:

Τα Σούσα επισκίασαν τις άλλες πρωτεύουσες, όπως το Ανσάν και τις Πασαργάδες, τον καιρό του Κύρου, και ακόμα και την Περσέπολη, θεμελιωμένη από τον Δαρείο τον ίδιο, και τα Εκβάτανα. Προκαλεί εντύπωση, για παράδειγμα, το ότι αξιωματούχοι που ταξίδευαν σε τόσο μακρινούς προορισμούς όπως η Αίγυπτος, η Ινδία, ή η Αραχωσία, αναχωρούσαν από τα Σούσα και επέστρεφαν στα Σούσα, όπως επιβεβαιώνεται σε πολυάριθμες αρχειακές πλάκες που βρέθηκαν στην Περσέπολη. Πέραν τούτου, αυτά τα έγγραφα ήταν γραμμένα στα Ελαμιτικά, σαν ο Δαρείος να επιθυμούσε να αξιοποιήσει μια τάξη γραφέων που ανήκαν σε μία ήδη υπάρχουσα διοίκηση. (20)

Οι θεοί του Ελάμ και οι θρησκευτικοί κανόνες διατηρήθηκαν από τους Πέρσες, και οι γλώσσα τους, αποδομένη σε σφηνοειδή, συνέχισε να υφίσταται. Η δεξιοτεχνία τους αναπτύχθηκε περαιτέρω από τους Πέρσες και η Ελαμιτική κουλτούρα βοήθησε στο να διατηρηθεί, και έπειτα να μεταδοθεί, η πρωτύτερη δεξιοτεχνία και κουλτούρα της Μεσοποταμίας στους Αχαιμενίδες.

Η Ελαμιτική κουλτούρα συνεχίστηκε ανέπαφή, σε μικρότερη κλίμακα, από το κρατίδιο της Ελυμαΐδας στον Περσικό Κόλπο, το οποίο υπήρχε περίπου από το 187 π.Χ. έως το 224 μ.Χ. μέχρι την απορρόφησή του από τη Σασσανιδική Αυτοκρατορία (224-661 μ.Χ.). Όταν οι Σασσανίδες υποτάχθηκαν στους Μουσουλμάνους Άραβες το 651 μ.Χ., η κουλτούρα των Ελαμιτών τελικά κατέληξε να υιοθετηθεί από τους κατακτητές, σαν μέρος της Περσικής κουλτούρας, και συνέχισε να ασκεί σημαντική επιρροή σε όλη της Εγγύς Ανατολή. Το Ελάμ επηρέασε ιδιαίτερα την πρώιμη Περσική κουλτούρα και κατ’ επέκτασιν επηρέασε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς πολιτισμούς και μια από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες του αρχαίου κόσμου, της οποίας τα μεγαλειώδη επιτεύγματα συνεχίζουν να έχουν απήχηση και στο σήμερα.

σχετικά με το μεταφραστή

Christos Anagnostou
Γεννημένος στος 13.08.1981. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασσικών σπουδών του Α.Π.Θ. Εργάζεται ως καθηγητής Δευτεροβάθμιας Εκαπίδευσης στην Ελλάδα. Κάτοχος μεταπτυχιακού στις επιστήμες της Αγωγής από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Ελλάδας. Επίσης μεταφράζει λατινικά κείμενα στα ελληνικά.

σχετικά με το συγγραφέα

Joshua J. Mark
Ανεξάρτητος συγγραφέας και πρώην καθηγητής Φιλοσοφίας μερικής απασχόλησης στο Marist College της Ν. Υόρκης. Ο Joshua J. Mark έχει ζήσει στην Ελλάδα και τη Γερμανία και έχει ταξιδέψει εκτενώς στην Αίγυπτο. Έχει διδάξει ιστορία, έκθεση, λογοτεχνία, και φιλοσοφία σε πανεπιστημιακό επίπεδο.

Να αναφέρω αυτό το έργο

Στυλ APA

Mark, J. J. (2020, August 27). Ελάμ [Elam]. (C. Anagnostou, Μεταφραστής). World History Encyclopedia. Ανακτήθηκε από https://www.worldhistory.org/trans/el/1-275/

Στυλ Σικάγο

Mark, Joshua J.. "Ελάμ." Μετάφραση από Christos Anagnostou. World History Encyclopedia. Τελευταία τροποποίηση August 27, 2020. https://www.worldhistory.org/trans/el/1-275/.

Στυλ MLA

Mark, Joshua J.. "Ελάμ." Μετάφραση από Christos Anagnostou. World History Encyclopedia. World History Encyclopedia, 27 Aug 2020. Ιστός. 27 Nov 2021.